πολωνική μετάφραση του όρου «intervenieren»

DE

«intervenieren» Πολωνικά μετάφραση

DE intervenieren
volume_up
{ρήμα}

intervenieren (επίσης: einschreiten, eingreifen)
volume_up
interweniować {μη.συν.ρ}

Συνώνυμα (γερμανικά) του όρου «intervenieren»:

intervenieren

Παραδείγματα χρήσης του όρου «intervenieren» στα πολωνικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.

GermanWas die Lehrer tun, ist buchstäblich zu sagen, "Lassen Sie mich bei den roten Kindern intervenieren."
GermanWenn am Finanzmarkt bzw. an den Finanzmärkten, bei den Intermediären oder bei den Infrastrukturen aus irgendeinem Grund Störungen auftreten, müssen die Behörden möglicherweise intervenieren.
W razie poważnych zakłóceń w działaniu rynków finansowych, pośredników finansowych lub infrastruktury finansowej, niezależnie od przyczyny, konieczna może się okazać interwencja władz.