DE

Abendrot {ουδέτερο}

volume_up
Abendrot
volume_up
日没 [rìméi] {ουσ.}
Abendrot
volume_up
日落的方向 [rìluòdefāngxiàng] {ουσ.}
Abendrot
volume_up
[gàn] {ουσ.}
Abendrot
volume_up
映照晚霞的天空 [yìngzhàowǎnxiádetiānkōng] {ουσ.}
Abendrot (επίσης: Abend, Ende, Vorabend, Abenddämmerung)
volume_up
[mù] {ουσ.}
Abendrot
volume_up
[xūn] {ουσ.}
Abendrot
volume_up
衰微 [shuāiwéi] {ουσ.}
volume_up
黄昏 [huánghūn] {ουσ.}

Παραδείγματα χρήσης του όρου «Abendrot» στα κινεζικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους.

Germanglühendes Abendrot , Nachglühen des Himmels nach Sonnenuntergang

Συνώνυμα (γερμανικά) του όρου «Abendrot»:

Abendrot
Abendröte