ιταλική μετάφραση του όρου «bespritzen»

DE

«bespritzen» Ιταλικά μετάφραση

volume_up
bespritzen {μεταβ.ρ.}
DE

bespritzen [bespritzend|bespritzt] {μεταβατικό ρήμα}

volume_up
bespritzen (επίσης: anspritzen)
bespritzen (επίσης: benetzen, spritzen, versprühen)
bespritzen (επίσης: skizzieren, umreißen)
bespritzen (επίσης: beflecken, beschmutzen)

Συνώνυμα (γερμανικά) του όρου «bespritzen»:

bespritzen
Αλλα λόγια