αγγλική μετάφραση του όρου «Rührigkeit»

DE

«Rührigkeit» Αγγλικά μετάφραση

DE Rührigkeit
volume_up
{θηλυκό}

1. γενικός

Rührigkeit (επίσης: Handlung, Tun, Aktivität, Tätigkeit)
Rührigkeit

2. "Unternehmungsgeist"

Rührigkeit (επίσης: Unternehmungslust, Beginnen)
volume_up
enterprise {ουσ.}

Συνώνυμα (γερμανικά) του όρου «Rührigkeit»:

Rührigkeit