EN page
volume_up
{ουσιαστικό}

1. γενικός

page (επίσης: clasp, clincher, holder, hook)
आंकडा [aankda] {αρσ.}
page (επίσης: surface)
पृष्ठ [prishth] {αρσ.}
page (επίσης: emerald, leaf)
पन्ना [panna] {αρσ.}
page
आलपिन [aalpin] {αρσ.}

2. "boy attendant"

page
लडका जो सरदारों के साथ रहता है [ladka jo sardaaron ke saath rehta hai] {αρσ.}

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «page»:

page

Παραδείγματα χρήσης του όρου «page» στα χίντι

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.

Αλλα λόγια