φινλανδική μετάφραση του όρου «lemma»

EN

«lemma» Φινλανδικά μετάφραση

volume_up
lemma {ουσ.}
FI

«lemma» Αγγλικά μετάφραση

volume_up
lemma {ουσ.}
EN

EN lemma
volume_up
{ουσιαστικό}

lemma (επίσης: entry, keyword, headword)
volume_up
hakusana {ουσ.}
lemma
volume_up
lemma {ουσ.}

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «lemma»:

lemma