φινλανδική μετάφραση του όρου «intumescent»

EN

«intumescent» Φινλανδικά μετάφραση

EN

intumescent {επίθετο}

volume_up
intumescent (επίσης: bloated)
intumescent (επίσης: bloated)

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «intumescent»:

intumescent