φινλανδική μετάφραση του όρου «decrement»

EN

«decrement» Φινλανδικά μετάφραση

EN decrement
volume_up
{ουσιαστικό}

decrement (επίσης: abatement, cut, cutback, deduction)
volume_up
vähennys {ουσ.}
decrement (επίσης: decline, decrease, fall, fall off)
decrement

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «decrement»:

decrement
English

Αλλα λόγια