φινλανδική μετάφραση του όρου «brushy»

EN

«brushy» Φινλανδικά μετάφραση

volume_up
brushy {επιθ.}
FI

EN brushy
volume_up
{επίθετο}

brushy (επίσης: abrasive, abrupt, coarse, crass)
volume_up
karkea {επιθ.}

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «brushy»:

brushy
English

Αλλα λόγια