φινλανδική μετάφραση του όρου «abridgement»


Προβολή αποτελεσμάτων για τον όρο «to abridge». «abridgement» δεν υπάρχει προς το παρόν στο λεξικό μας.
EN

«abridgement» Φινλανδικά μετάφραση

EN to abridge
volume_up
[abridged|abridged] {ρήμα}

1. γενικός

2. λογοτεχνία

to abridge

3. αρχαϊσμός

to abridge (επίσης: to carry, to convey, to lead, to run)