ταϊλανδική μετάφραση του όρου «piglet»

EN

«piglet» Ταϊλανδέζικα μετάφραση

volume_up
piglet {ουσ.}

EN piglet
volume_up
{ουσιαστικό}

1. ζωολογία

piglet
ลูกหมู {ουσ.}

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «piglet»:

piglet