σουηδική μετάφραση του όρου «picket»

EN

«picket» Σουηδικά μετάφραση

volume_up
picket {ουσ.}

EN picket
volume_up
{ουσιαστικό}

1. γενικός

picket (επίσης: attendant, escort, guard, keeper)
volume_up
vakt {κοιν.γεν.}
picket (επίσης: pole, stake)
volume_up
påle {κοιν.γεν.}
picket (επίσης: police force)
volume_up
polisstyrka {κοιν.γεν.}
picket (επίσης: police van, wagon)
volume_up
piket {κοιν.γεν.}
picket
volume_up
strejkvakt {κοιν.γεν.}

2. στρατός

picket
volume_up
postering {κοιν.γεν.}

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «picket»:

picket

Αλλα λόγια