σουηδική μετάφραση του όρου «craftmanship»

EN

«craftmanship» Σουηδικά μετάφραση

EN craftmanship
volume_up
{ουσιαστικό}

craftmanship (επίσης: professionalism)
craftmanship (επίσης: professionalism)
volume_up
yrkesfärdighet {κοιν.γεν.}