EN

clot {ουσιαστικό}

volume_up
1. γενικός
clot (επίσης: lump, nodule, nugget, clunch)
volume_up
klimp {κοιν.γεν.}
clot
volume_up
kluns {κοιν.γεν.}
2. υποτιμητικό
clot
volume_up
klump {κοιν.γεν.} [υποτιμ.]
3. Αγγλικά Βρετανίας, υποτιμητικό
clot (επίσης: clown, dick, dip, dope, idiot, moron, dick head)
volume_up
idiot {κοιν.γεν.} [υποτιμ.]
clot (επίσης: pillock, gawky)
volume_up
dumskalle {κοιν.γεν.} [υποτιμ.]

Παραδείγματα χρήσης του όρου «clot» στα σουηδικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους.

EnglishTwo and a half weeks after the hemorrhage, the surgeons went in and they removed a blood clot the size of a golf ball that was pushing on my language centers.
Två och en halv vecka efter blödningen gick kirurgerna in och plockade ut en blodpropp stor som en golfboll som tryckte på hjärnans språkcentrum.

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «clot»:

clot
blood clot
English
blood clotting