EN pearly
volume_up
{επίθετο}

pearly (επίσης: pearl)
volume_up
жемчужный [жемчу́жный] {αρσ.επιθ.}

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «pearly»:

pearly
pear

Αλλα λόγια