EN fudge
volume_up
{ουσιαστικό}

fudge (επίσης: bluff, cheat, cog, cozenage)
volume_up
обман [обма́н] {αρσ.}
fudge (επίσης: drool, junk, tripe, applesauce)
volume_up
чушь [чушь] {θηλ.}
fudge (επίσης: chiseller, deceiver, fraud, fraudster)
volume_up
мошенник [моше́нник] {αρσ.}
fudge (επίσης: coinage, contrivance, fib, fiction)
volume_up
выдумка [вы́думка] {θηλ.}
fudge (επίσης: fondant)
volume_up
помадка [пома́дка] {θηλ.}
fudge (επίσης: concoction, cookery)
volume_up
стряпня [стряпня́] {θηλ.}
fudge (επίσης: news, tidings)
volume_up
известия {πληθ.αρ.}

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «fudge»:

fudge

Παραδείγματα χρήσης του όρου «fudge» στα ρωσικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.

EnglishSo, all this was about decreasing the fudge factor.
Итак, это что касается уменьшения погрешности.
EnglishNow, how would you test a personal fudge factor?
Хорошо, а как проверить эту личную погрешность?
EnglishWe call this like a personal fudge factor.
EnglishWhat about increasing the fudge factor?

Αλλα λόγια