EN clotting
volume_up
{ουσιαστικό}

clotting (επίσης: coagulation, curdling, furl)
volume_up
свертывание [свертывание] {ουδ.}

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «clotting»:

clotting
clot

Αλλα λόγια