ρωσική μετάφραση του όρου «cessation»

EN

«cessation» Ρωσικά μετάφραση

EN cessation
volume_up
{ουσιαστικό}

cessation (επίσης: cut, discontinuation, lapse, stop)
volume_up
прекращение [прекраще́ние] {ουδ.}
прекращение военных действий
прекращение военных действий
cessation (επίσης: break, check, halt, hitch)
volume_up
остановка [остано́вка] {θηλ.}

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «cessation»:

cessation
English