πολωνική μετάφραση του όρου «pelt»

EN

«pelt» Πολωνικά μετάφραση

volume_up
pelt {ουσ.}

EN pelt
volume_up
{ουσιαστικό}

1. γενικός

pelt (επίσης: hide, leather, skin)
volume_up
skóra {θηλ.}
pelt (επίσης: crust, cuticle, skin, rind)
volume_up
skórka {θηλ.}
pelt (επίσης: fur, fur coat, fell)
volume_up
futro {ουδ.}

2. "stripped"

pelt (επίσης: nakedness)
volume_up
golizna {θηλ.}

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «pelt»:

pelt

Παραδείγματα χρήσης του όρου «pelt» στα πολωνικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.