ιταλική μετάφραση του όρου «thraldom»

EN

«thraldom» Ιταλικά μετάφραση

EN thraldom
volume_up
{ουσιαστικό}

1. ποιητικό

thraldom (επίσης: servitude, thralldom, serfdom)
volume_up
servitù {θηλ.}
thraldom (επίσης: bondage, enslavement, servitude, slavery)
volume_up
schiavitù {θηλ.}

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «thraldom»:

thraldom