ισπανική μετάφραση του όρου «trouncing»


Απαρέμφατο του όρου trouncing: to trounce
EN

«trouncing» Ισπανικά μετάφραση

volume_up
to trounce {μεταβ.ρ.}

EN to trounce
volume_up
[trounced|trounced] {ρήμα}

1. γενικός

to trounce (επίσης: to rout, to vanquish)
to trounce (επίσης: to thrash, to wipe the floor with)
volume_up
barrer [barriendo|barrido] {μεταβ.ρ.} (rival)

2. αθλήματα

to trounce (επίσης: to thrash, to wipe the floor with)
volume_up
basurear {μεταβ.ρ.} [Ν.Κων.] [καθ.λόγος] (vencer)

3. καθημερινός λόγος

to trounce (επίσης: to thrash)
volume_up
merendarse {ρ.} [καθ.λόγος] (adversarios, contrincantes)