EN tripping
volume_up
{ουσιαστικό}

tripping (επίσης: firing, gunshot, shot, footer)
volume_up
disparo {αρσ.}

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «tripping»:

tripping
trip

Παραδείγματα χρήσης του όρου «tripping» στα ισπανικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.

EnglishIn addition we must be careful to avoid tripping up here.
Englishthe answer came tripping off his tongue
Englishthey were tripping over themselves to help him
Englishhe's ego-tripping again
Englishgovernor tripping speed
EnglishTheir main objectives were to prevent the ambitious plans from tripping up the development of the field in Europe and our ability to compete in the world.
Sus objetivos principales han consistido en evitar que los planes ambiciosos obstaculizaran el desarrollo en el sector en Europa y nuestra capacidad para competir en el mundo.