EN polishing
volume_up
{ουσιαστικό}

polishing (επίσης: panache, sheen, icing, splendor)
volume_up
lustre {αρσ.}
polishing (επίσης: smoothing)
volume_up
pulido {αρσ.}
polishing
volume_up
abrillantado {αρσ.} (acción de encerar)
polishing (επίσης: burnishing)
volume_up
bruñido {αρσ.} (acción)
polishing (επίσης: waxing)
volume_up
encerado {αρσ.} (de suelos)

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «polishing»:

polishing
English
polish

Παραδείγματα χρήσης του όρου «polishing» στα ισπανικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.

EnglishWhether you're just learning to use compression or a seasoned pro polishing a final mix, you'll love these time-proven designs.
Tanto si estás aprendiendo a usar la compresión como si eres un profesional experimentado que está dando los últimos toques a una mezcla, adorarás estos clásicos y valiosos diseños.