EN infield
volume_up
{ουσιαστικό}

1. "area"

infield (επίσης: board, box, chart, painting)
volume_up
cuadro {αρσ.}

2. "players"

infield (επίσης: board, box, chart, painting)
volume_up
cuadro {αρσ.}

3. αθλήματα

4. "of racetrack", Αγγλικά Αμερικής

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «infield»:

infield
field