ισπανική μετάφραση του όρου «chick»

EN

«chick» Ισπανικά μετάφραση

volume_up
chick {ουσ.}

EN chick
volume_up
{ουσιαστικό}

1. αργό

chick (επίσης: bird)
volume_up
gachí {θηλ.} [Ισπ.] [καθ.λόγος]

2. "young woman", αργό

chick (επίσης: girl, lass, gal, wench)
volume_up
muchacha {θηλ.}
chick
volume_up
chavala {θηλ.} [Ισπ.] [καθ.λόγος]
chick
volume_up
pebeta {θηλ.} [Ν.Αμερ.] [καθ.λόγος]
chick (επίσης: bird)
volume_up
cabra {θηλ.} [Χιλή] [καθ.λόγος]

3. ζωολογία

chick

4. άλλος

chick
volume_up
pollito {αρσ.}
Many a time in this very Chamber have I denounced the disgraceful industrial farms, in which up to 80 million male chicks have been burnt alive to heat up the farms.
Aquí mismo he denunciado muchas veces a las granjas industriales de la vergüenza, en las que se han quemado vivos hasta 80 millones de pollitos machos para calentarlas.
chick
volume_up
pollo {αρσ.} (de gallina)
chick (επίσης: young bird)
volume_up
pollo {αρσ.} (de otras aves)

5. "young chicken"

chick
volume_up
pollita {θηλ.}
chick (επίσης: fledgling, nestling, young bird, chick)
volume_up
polluelo {αρσ.}
chick (επίσης: chick)
volume_up
polluela {θηλ.}

6. "young bird"

chick (επίσης: squab)
volume_up
pichón {αρσ.}
chick
volume_up
pichona {θηλ.}
chick (επίσης: fledgling, nestling, young bird, chick)
volume_up
polluelo {αρσ.}
chick (επίσης: chick)
volume_up
polluela {θηλ.}

7. Αγγλικά Αμερικής, καθημερινός λόγος

chick (επίσης: bird)
volume_up
jai {θηλ.} [Ισπ.] [αργκό] (mujer)
chick (επίσης: girl, bird)
volume_up
jeba {ουσ.} [αργκό] (muchacha)
chick (επίσης: bird)
volume_up
nena {ουσ.} [Ισπ.] [αργκό] (mujer)

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «chick»:

chick

Παραδείγματα χρήσης του όρου «chick» στα ισπανικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.

Αλλα λόγια