EN

burr {ουσιαστικό}

volume_up
1. "small"
burr
burr
volume_up
cadillo {αρσ.} [Κολ.]
2. "large"
burr (επίσης: urchin)
3. "on edge of metal"
burr

Παραδείγματα χρήσης του όρου «burr» στα ισπανικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους.

EnglishOn rotation, the burr selectively removes hard tissue.
Durante la rotación, el cabezal elimina selectivamente el tejido solidificado.
EnglishPercutaneous transluminal coronary rotational atherectomy (PTCRA) debulks atherosclerotic plaque from coronary arteries using an abrasive burr.
La aterectomía rotacional coronaria transluminal percutánea (ARCTP) remueve la placa aterosclerótica de las arterias coronarias mediante un cabezal abrasivo.

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «burr»:

burr
English
Αλλα λόγια