EN

sale {ουσιαστικό}

volume_up
1. γενικός
promotes or otherwise facilitates the purchase and sale of ammunition or firearms.
προωθεί ή διευκολύνει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο την αγορά και την πώληση πυρομαχικών ή όπλων.
This helps merchants like you close a sale for a more targeted customer search.
Αυτό βοηθά εμπόρους όπως εσάς να κλείνουν μια πώληση για μια καλύτερα στοχευμένη αναζήτηση πελατών.
2. "reduced prices"
sale (επίσης: cash discount, discount)

Παραδείγματα χρήσης του όρου «sale» στα ελληνικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους.

EnglishThey'd sent them an invoice for a sale, but the Egyptians never bought it.
Της έστειλαν ένα τιμολόγιο για την πώληση, αλλά οι Αιγύπτιοι δεν το αγόρασαν ποτέ.
Englishpromotes or otherwise facilitates the purchase and sale of ammunition or firearms.
προωθεί ή διευκολύνει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο την αγορά και την πώληση πυρομαχικών ή όπλων.
EnglishThis helps merchants like you close a sale for a more targeted customer search.
Αυτό βοηθά εμπόρους όπως εσάς να κλείνουν μια πώληση για μια καλύτερα στοχευμένη αναζήτηση πελατών.
EnglishWhile you would like to track every sale, you want to track only unique leads.
Αν και προτιμάτε να παρακολουθείτε κάθε πώληση, θέλετε να παρακολουθείτε μόνο τους δυνητικούς πελάτες.
EnglishJust assorted garage sale junk, because I'm a pack rat." And he looks at me really confused and says, "No explosives?"
Και με κοιτάει πραγματικά μπερδεμένος και λέει, "Δεν έχεις εκρηκτικά;" (Γέλιο) Κι εγώ του λέω, "Όχι, όχι.
EnglishWhat's included in the sale?

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «sale»:

sale
sales representative