ελληνική μετάφραση του όρου «to hoard»

EN

«to hoard» Ελληνικά μετάφραση

EN to hoard
volume_up
[hoarded|hoarded] {ρήμα}

to hoard (επίσης: to amass)
to hoard
to hoard (επίσης: to save)

Αλλα λόγια