ελληνική μετάφραση του όρου «evergreen»

EN

«evergreen» Ελληνικά μετάφραση

volume_up
evergreen {επιθ.}

EN evergreen
volume_up
{επίθετο}

1. βοτανική

evergreen
volume_up
αειθαλής {αρσ./θηλ. επιθ.}

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «evergreen»:

evergreen