ελληνική μετάφραση του όρου «direct selling»

EN

«direct selling» Ελληνικά μετάφραση

EN

direct selling {ουσιαστικό}

volume_up
1. εμπόριο
direct selling

Παρόμοιες μεταφράσεις του όρου «direct selling» στα ελληνικά

direct επίθετο
direct tax ουσιαστικό
direct product ουσιαστικό
direct democracy ουσιαστικό
direct action ουσιαστικό
direct applicability ουσιαστικό
direct object ουσιαστικό
retail selling ουσιαστικό
door-to-door selling ουσιαστικό
direct current ουσιαστικό