ελληνική μετάφραση του όρου «aim»

EN

«aim» Ελληνικά μετάφραση

volume_up
aim {ουσ.}

EN aim
volume_up
{ουσιαστικό}

1. "act of pointing in order to hit"

aim (επίσης: omen, sign, mark)
aim

2. "purpose, goal"

aim (επίσης: air, goal, intent, purpose)
aim (επίσης: goal, objective, purpose, target)
Αυτός θα είναι και ο στόχος μου στη δεύτερη θητεία".

3. "point to be hit"

aim (επίσης: goal, objective, purpose, target)
Αυτός θα είναι και ο στόχος μου στη δεύτερη θητεία".

Συνώνυμα (αγγλικά) του όρου «aim»:

aim

Παραδείγματα χρήσης του όρου «aim» στα ελληνικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.

EnglishThough they vary, aim for a CTR of 1% or higher.
Τι θεωρείται "καλό" CTR; Αν και υπάρχουν διαφορές, επιδιώξτε CTR 1% ή υψηλότερο.
EnglishAnd many different reforms aim at holding back this growth.
Πολλές διαφορετικές μεταρρυθμίσεις στοχεύουν να συγκρατήσουν αυτή την ανάπτυξη.
EnglishDetermine what you want to be the starting point for your image and aim the camera at it.
Καθορίστε ποιο θέλετε να είναι το σημείο έναρξης της εικόνας σας και σκοπεύστε με την κάμερα σε αυτό.
EnglishPlus, or AIM Mail, as long as you haven't used the address to create a Microsoft account.
Plus ή AIM Mail, εφόσον δεν έχετε χρησιμοποιήσει τη διεύθυνση αυτή για να δημιουργήσετε ένα λογαριασμό Microsoft.