αγγλική μετάφραση του όρου «dziad»

PL dziad Αγγλικά μετάφραση

dziad {αρσ.}

PL dziad
play_circle_outline
{αρσενικό}

  1. γενικός
  2. αρχαϊσμός
  3. υποτιμητικό

1. γενικός

dziad (επίσης: przodek, antenat)
dziad (επίσης: starzec, stary, staruszek, starszy człowiek)

2. αρχαϊσμός

dziad (επίσης: dziadek)

3. υποτιμητικό

dziad
play_circle_outline
panhandler {ουσ.} [αμερ.] [καθ.λόγος]
dziad (επίσης: biedak, nędzarz)
dziad (επίσης: żebrak, łaciarz)

Συνώνυμα (πολωνικά) του όρου «dziad»:

dziad